Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

ΜΑΧΗ ΠΟΥΣΙ 13/6/1821. ΠΡΩΤΗ ΝΙΚΗ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΔΩΝ ΜΕ ΑΡΧΗΓΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΓΟΝΗ!

alt 
Η Ηλεία στα όπλα  – Η μάχη του Πύργου (3 Απριλίου 1821)
Η περιοχή ανήκε αρχικά στους Χατομαναίους Τούρκους της Γαστούνης και στους Τουρκαλβανούς που κατείχαν την περιοχή του Λάλα.
Ως και τις αρχές του 19ου αιώνα η Ηλεία υπαγόνταν στο Βιλαέτι (επαρχία) της Γαστούνης. Όμως στην συνέχεια ο Πύργος με 9 ακόμη χωριά αποσχίστηκε και δημιουργήθηκε το Βιλαέτι του Πύργου.
Το Βιλαέτι του Πύργου ήταν συγκριτικά πιο προνομιακό από το Βιλαέτι της Γαστούνης μιας και του είχε παραχωρηθεί από τον Σουλτάνο ειδική άδεια για την μη καταβολή φόρων.
Σαν αποτέλεσμα αυτής της ευνοϊκής μεταχείρισης από τον Σουλτάνο, το Βιλαέτι του Πύργου εξελίχτηκε πιο γρήγορα τα τελευταία χρόνια πριν τον εθνικό ξεσηκωμό και ο πληθυσμός του (περίπου 7.000) ήταν αμιγώς Ελληνικός και σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από αυτόν της Γαστούνης.
Ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρίας,ο Ηλείος Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος από την Ανδρίτσαινα κατόρθωσε να μυήσει στους κόλπους της Εταιρίας αρκετούς Ηλείους αγωνιστές μεταξύ των οποίων τον Γεώργιο Σισίνη από την Γαστούνη και τον Χαράλαμπο Βιλαέτη από τον Πύργο.
Ο Σισίνης μυήθηκε στην Εταιρία το 1819 και μαζί με τους γιους του Χρύσανθο και Μιχάλη άρχισε να οργανώνει και να προετοιμάζει την Επανάσταση στην Ηλεία. Ο Χαράλαμπος Βιλαέτης που ήταν ο πρωταγωνιστής της μάχης του Πύργου μυήθηκε στην Εταιρία το 1819 και σε συνεργασία με τον Σισίνη άρχισε να προετοιμάζει την Επανάσταση στην Ηλεία. Έτσι στις παραμονές του Εθνικού ξεσηκωμού οι Ηλείοι αγωνιστές ήσαν έτοιμοι για την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης.Στις 26 του Μάρτη 1821 ο Γεώργιος Σισίνης υψώνει την σημαία της επανάστασης στην Γαστούνη και ο Χαράλαμπος Βιλαέτης στον Πύργο.

Στις 3 Απριλίου του 1821 ο Πύργος έζησε μια από τις πιο ιστορικές μάχες του. Οι Λαλαίοι Τούρκοι – ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής ετοιμάζονται να επιτεθούν στην πόλη του Πύργου. Ο Βιλαέτης βρίσκονταν στην Σκαφιδιά μαζί με τον Γεώργιο Σισίνη όταν πληροφορήθηκε για την επίθεση των Λαλαίων Τούρκων στον Πύργο.Αμέσως έτρεξε με τις ολιγάριθμες δυνάμεις του και τον Αλέξη Μοσχούλα από την Ανδρίτσαινα μαζί με 70 παλικάρια.Μαζί με 100 Ζακυνθινούς που έτρεξαν για να βοηθήσουν τον Βιλαέτη, οι γιοι του θρυλικού γέρου του Μοριά Θεόδωρου Κολοκοτρώνη (Πάνος και Γιάννης) και οι αγωνιστές Γεώργιος Μήτσος και Αναστάσιος Μερκούρης. Οι Έλληνες αντιστάθηκαν με γενναιότητα για δυο μέρες απέναντι στους κατά πολύ περισσότερους Τούρκους όπου τους προξένησαν μεγάλες απώλειες. Παρόλα αυτά οι Λαλαίοι κατόρθωσαν και μπήκαν στην πόλη του Πύργου όπου και την πυρπόλησαν. Η μάχη όμως του Πύργου έδωσε θάρρος και δύναμη στους Ηλείους αγωνιστές που συνέχισαν τους αγώνες τους εναντίον των Οθωμανών. Στις 24 Απριλίου Οι Λαλαίοι επιχείρησαν να επιτεθούν στο χωριό Αγουλινίτσα Ηλείας αλλά απέτυχαν ύστερα από την γενναιότητα που επέδειξαν οι κάτοικοι του χωριού.
Μάχη Λαντζοΐου(10 Μαΐου 1821)
Ο Χαράλαμπος Βιλαέτης επινόησε πρώτος την ιδέα για αποκλεισμό των Τουρκαλβανών του Λάλα.Στις 10 Μαΐου 1821 μετά τη σύγκρουση με τους Τούρκους της Ηλείας  στο Φρούριο Χλεμούτσι και στην Μάχη του Πύργου (3 Απριλίου 1821),επικεφαλής εκατό περίπου Ελλήνων,επιτέθηκε στην βάση των Τουρκαλβανών του Λάλα,που διατηρούσαν στο χωριό Λαντζόϊ. Οι τελευταίοι όμως επιχείρησαν αντεπίθεση εναντίον του Λαντζοΐου και χτύπησαν τις ελληνικές δυνάμεις στην περιοχή των εκεί αμπελιών.Στη μάχη ο Χαράλαμπος Βιλαέτης τραυματίστηκε, αλλά παρά τον τραυματισμό του, δεν δίστασε να επιτεθεί σε έναν Μπέη και να τον σκοτώσει. Όμως ένας υπηρέτης του Μπέη τον πυροβόλησε πισώπλατα και τον σκότωσε. Οι Τουρκαλβανοί πήραν το κεφάλι του ως λάφυρο. Όταν πέθανε ήταν 40 χρονών. Ο ηρωικός θάνατος του υπήρξε μεγάλο πλήγμα για την Ελληνική Επανάσταση στην Ηλεία αλλά και την υπόλοιπη Πελοπόννησο.
Θα επακολουθήσει η μάχη στο Πούσι τον Ιούνιο του 1821 όπου οι Έλληνες πέτυχαν μια σπουδαία νίκη απέναντι στους Λαλαίους Τούρκους που ανάγκασε τους τελευταίους να εγκαταλείψουν οριστικά το Λάλα και να φύγουν για την Πάτρα.

ΠΟΥΣΙ ΑΧΛΑΔΙΝΗΣ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ

Με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, η Ηλεία ήταν από τις πρώτες επαρχίες του Μοριά που απελευθερώθηκαν από τον τουρκικό ζυγό.  Έτσι, της δόθηκε η ευκαιρία, από τους πρώτους κιόλας μήνες, να συμβάλλει σημαντικά στον αγώνα για την απελευθέρωση της υπόλοιπης Ελλάδας.
Τον Ιούνιο του 1821 διεξήχθη, στις περιοχές Πούσι[1]  και Μποτίνι, η πιο σημαντική και καταλυτική μάχη για την έκβαση του αγώνα. Οι ένοπλες επαναστατικές δυνάμεις, που αποτελούνταν από Ηλείους, Γορτύνιους, Αχαιούς, Μεσσήνιους, Ζακύνθιους και Κεφαλλονίτες, συνέτριψαν τους σκληροτράχηλους Λαλαίους της περιοχής.
Η έκβαση της μάχης, που κρίθηκε υπέρ των Ελλήνων, είχε ως αποτέλεσμα την ολοκληρωτική αποχώρηση των Τούρκων από την επαρχία της Ηλείας και  σήμανε το τέλος της σκληρής Οθωμανικής δουλείας, που ταλάνιζε, επί τετρακόσια χρόνια, τον Ηλειακό λαό, από την μάστιγα των αιμοδιψών Λαλαίων Τουρκαλβανών.
alt
Στην προεπαναστατική Ηλεία όλα συνηγορούσαν ότι η μεγάλη μάχη πλησίαζε. Η καταπίεση των αυτόχθονων Ηλείων από τους Λαλαίους, καθώς και οι εξελίξεις της Επανάστασης στην Πελοπόννησο είχαν προετοιμάσει το έδαφος για τη μεγάλη εξέγερση. Στη διεξαγωγή της μάχης έπαιξαν ρόλο τα εξής γεγονότα. Η απόφαση των οπλαρχηγών να συσταθεί στρατόπεδο στην περιοχή Πούσι και Μποτίνι, είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί γενικός συναγερμός σε ολόκληρη την Ηλεία. Όσοι από τους κατοίκους των χωριών της ορεινής Ηλείας μπορούσαν να κρατήσουν όπλο, συνέδραμαν, συστρατευόμενοι υπό τις διαταγές των οπλαρχηγών.
Οι γεροντότεροι και ανίκανοι για εργασία, από τα διπλανά χωριά, συνάχθηκαν, με εντολή των καπεταναίων, στο χωριό Αντρώνι, που προσφερόταν για άμυνα[2]. Οι οπλαρχηγοί γνώριζαν, ότι σε περίπτωση διάλυσης του στρατοπέδου, θα οπισθοχωρούσαν στο Αντρώνι, μια περιοχή που αποτελούσε φυσικό φρούριο. Το Αντρώνι ήταν ο φόβος και ο τρόμος των Τουρκαλβανών, οι οποίοι δίσταζαν να το πλησιάσουν, λόγω των απότομων χαραδρών που το περιβάλουν.
Η παροιμιώδης φράση «Απ’ του Κούμανι ως τ’ Αντρώνι, ο Θεός να σε γλιτώνει», που ακούγεται μέχρι και σήμερα, έχει προέλθει από τότε. Κατά την τοπική παράδοση, οι Λαλαίοι έπαθαν πολλές πανωλεθρίες, σε εφόδους που επιχείρησαν στις δασόφυτες χαράδρες μεταξύ αυτών των χωριών.
alt
Σε αυτό το πόνημα σκοπός μας είναι να αποτίσουμε ελάχιστο φόρο τιμής σε όλους όσους πολέμησαν στην πρώτη γραμμή της μάχης, αλλά και σε όλους εκείνους τους άγνωστους ήρωες, που πίσω από τα καραούλια και τα ταμπούρια, προσέφεραν, στο ακέραιο, τις υπηρεσίες τους για την παλιγγενεσία του πολύπαθου έθνους. Μέχρι σήμερα, πιστεύω, δεν έχει γίνει καμιά ιστορική μνεία για τη συμβολή του άμαχου πληθυσμού σε αυτή την ιστορική μάχη, που διεξήχθη στο Πούσι.
Πριν την επανάσταση, η εφορεία των στρατοπέδων ήταν, σχεδόν, ανύπαρκτη. Με το ξέσπασμα της επανάστασης, οι οπλαρχηγοί άρχισαν να οργανώνουν την εφορεία για τον άμεσο σιτισμό των ανδρών τους. Οι ντόπιοι καπεταναίοι της Κάπελης ανέλαβαν την πρωτοβουλία και στρατολόγησαν γυναίκες και παιδιά, με σκοπό να συμβάλλουν στην επιχείρηση τροφοδοσίας του στρατεύματος.
Η πρώτη και άμεση ανάγκη των στρατοπέδων ήταν το νερό. Χωρίς φαγητό μπορούσαν να επιβιώσουν, χωρίς νερό, όμως, η ημέρα τους θα ήταν ανυπόφορη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν αρχές Ιουνίου και οι ανάγκες για νερό ήταν υπερδιπλάσιες, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών, που επικρατούσαν εκείνη την εποχή. Τα μεγάλα και δυναμωμένα παιδιά, με μπροστάρη τον Μουγκοθοδωράκη[3], μάζεψαν όλα τα υποζύγια[4] και, με διάφορα αγγειά υγρών, όπως ξυλοβάρελα, τσίτσες, βαρέλες και ασκιά, κουβαλούσαν μέρα-νύχτα νερό από όλες τις παρακείμενες πηγές των χωριών Δούκα, Ντάρτιζας, Νεμούτας, Πέρσαινας και Κλεινδιά. Για να μην οδηγηθεί, σε αποτυχία η όλη επιχείρηση, ομάδες του νεοσύστατου στρατοπέδου, περιφρουρούσαν τις πηγές, φοβούμενοι επικείμενες επιθέσεις από τους Λαλαίους.
 
Οι μύλοι της γύρω περιοχής, κατά διαταγή της εφορίας, δούλευαν ασταμάτητα όλο το εικοσιτετράωρο, για να προλαβαίνουν να παρέχουν το πολυτιμότερο αγαθό σίτισης για την εποχή εκείνη, το αλεύρι που έφτιαχναν το ψωμί.
Οι γυναίκες ανέλαβαν τη δυσκολότερη εργασία της επιμελητείας. Έφτιαξαν, κοντά στα στρατόπεδα, πρόχειρους χωματόφουρνους, για να μπορούν εύκολα να προμηθεύουν ψωμί και φαγητό στους άνδρες των στρατοπέδων. Η θρυλική Αντιγόνη[5],  μια γυναίκα με καταγωγή από το χωριό Κλινδιά, από το παλιό σόι των Γιανναίων (σήμερα Γιαννοπουλαίων) και παντρεμένη στο Αντρώνι, ήταν μια εξέχουσα προσωπικότητα εκείνη την πολύταραγμένη εποχή. Η Αντιγόνη είχε αναλάβει εξ’ολοκλήρου την επιμελητεία της τροφοδοσίας, όχι μόνο του ψωμιού, αλλά και όλων των αναγκαίων αγαθών για ολόκληρο το στρατόπεδο, εκτός, βέβαια, από τα πυρομαχικά και τα όπλα.
Οι ηγετικές ικανότητές της, όμως, επιβεβαιώθηκαν από τη φροντιστεία της επικείμενης μάχης στο Πούσι. Για αυτή τη γυναίκα χρειάζεται ένα ολόκληρο κεφάλαιο, ίσως και ένα ολόκληρο βιβλίο για να καταγραφούν όλα τα «ανδραγαθήματα» και όλες οι υπηρεσίες που προσέφερε στην πατρίδα εκείνη την εποχή[6].
Η Αντιγόνη ήταν ο κύριος μοχλός κίνησης όλης της επιχείρησης, το άλφα και το ωμέγα της επιμελητείας. Καβάλα σε μια τσίλικη φοράδα, γύριζε από χωριό σε χωριό, από ρούγα σε ρούγα και από στάνη σε στάνη, συντονίζοντας στο ακέραιο όλη την προσπάθεια τροφοδοσίας του στρατοπέδου. Αυτή η υπέροχη γυναίκα είχε υπό τις οδηγίες της εκατοντάδες άλλες γυναίκες, ενώ από την πρώτη κιόλας μέρα είχε οργανώσει μια τεράστια επιχείρηση επιμελητείας. Κατανεμημένες κατάλληλα, οι εκατοντάδες ηρωΐδες χωριατοπούλες, γνωρίζοντας άριστα τη δουλειά τους, προσέφεραν χωρίς δισταγμό και φόβο τις υπηρεσίες τους στο έθνος.
Κατά ομάδες, σε όλη την ακτίνα του στρατοπέδου, ζύμωναν ψωμιά, μαγείρευαν διάφορα φαγητά, έραβαν, έπλεναν τα ρούχα των πολεμιστών και φρόντιζαν τις πληγές των τραυματιών, που προέρχονταν από διάφορες αψιμαχίες αλλά και από ατυχήματα. Πάρα πολλές γυναίκες και, ιδίως, οι πιο δυναμωμένες δούλευαν και στο παλούκωμα[7] του χώρου των ταμπουριών, μαζί με τους άνδρες των στρατοπέδων.
 
Μια ομάδα από αυτές περιφερόταν στα γύρω χωριά και κουβαλούσε κλινοσκεπάσματα, τσαρούχια, διάφορα αγγειά και οτιδήποτε θεωρούνταν ότι ήταν χρήσιμο για τις ανάγκες των στρατοπέδων.
Οι τσοπάνηδες, και αυτοί με τη σειρά τους, προσέφεραν ολόκληρες στάνες από αιγοπρόβατα, πουλερικά και μοσχάρια στους οπλαρχηγούς, για να σιτιστούν οι άνδρες τους. Ενδεικτικά, αναφέρω ένα Νεμουτιάνο, το Δημητράκη Κατζηκονούρη, που προσέφερε στην πατρίδα όλο του το κοπάδι, που αποτελούνταν από εξήντα γιδοπρόβατα. Ο καπετάνιος του, όμως, δεν δέχθηκε να χαρίσει ο Δημητράκης όλο το βιος του, παρά να δώσει ένα μέρος από αυτό. Ο Κατζηκονούρης θύμωσε, άρπαξε ένα μαχαίρι και τα έσφαξε όλα. Αυτή η κίνηση οδήγησε και άλλους συντοπίτες του να προσφέρουν, στις γυναίκες, μέρος από το βιος τους.
Οι ανάγκες του στρατοπέδου ήσαν τεράστιες και πολυδάπανες, καθώς αναφέρεται ότι σε όλη την επιχείρηση συμμετείχαν περίπου 4.500 ψυχές. Τα βράδια, μπροστά από τα ταμπούρια τους, άναβαν μεγάλες φωτιές[8], έβγαζαν τα σκουτιά τους και τα τίναζαν στην φωτιά για να φύγουν οι ψείρες, που από την απλυσιά και τον ίδρωτα, τους βασάνιζαν.
Αξιοσημείωτη είναι και η προσφορά των γυναικών στον ένοπλο αγώνα. Αρκετές γυναίκες άφησαν τα οικιακά και συστρατεύθηκαν με τους οπλαρχηγούς, με σκοπό να βοηθήσουν στις πολεμικές επιχειρήσεις.
alt
Ενδεικτικά, αναφέρουμε μερικά ονόματα γυναικών που συμμετείχαν στη μάχη στο Πούσι.
Αναγνωστοπούλου Τρισεύγενη, Βερβινή.
Γραμματικοπούλου Παρασκευή, Νεμούτα.
Δεσκανιώτη Τρυφώνη, Μπέχρου.
Μαστρομπαλάση Μαρία, Στρέζοβα. Έπεσε στη μάχη στου Λάλα.
Μπαλάσκα Μάχη, Κλειντιά.
Παπαδοπούλου Τριαντάφυλλη, Αντρώνι.
Πρινοπούλου Γιαννίτσα, Μπουκοβίνα.
Τόλιου Σύρμω, Κάπελη.
Τσιφρήκα Χρύσω, Κακοτάρι.
Μπελά Αντριάνα, Κόκλα.
Ντάρμα Βασιλικούλα, Μπουκοβίνα, τραυματίσθηκε στο Μποτίνι.
Ρούσα Αγγέλω, Κούκουρα, σκοτώθηκε σ’ ενέδρα ατάκτων Λαλαίων.
Ευπρόσδεκτες και μεγάλες ήσαν και οι προσφορές των όμορων χωριών, που με την μεγαλοψυχία τους φρόντισαν να μην λείψει τίποτα όσο καιρό κρατούσε η επιχείρηση.
 
Αξιοσημείωτη είναι η ευγενή προσφορά της μονής Αγίων Θεοδώρων Αροανείας στη μάχη του Πούσι. Από τα δεφτέρια της μονής προκύπτει, ότι ο καθηγούμενος π. Ιάκωβος, προσέφερε στα ελληνικά σώματα της μάχης. Χαρακτηριστικά στις πηγές αναφέρεται:
– Την 2 Ιουνίου εις το Πούσι έστειλα ψωμί οκάδες 150.
– Έτερο ψωμί Πούσι οκάδες 72.
Από την αντίπαλη πλευρά, μετά τη διαφυγή των σκλάβων Χριστιανών, οι γυναίκες των Οθωμανών παραμέρισαν όλη την αρχοντιά τους, προσφέροντας και αυτές την πολύτιμη βοήθειά τους στην απρόσμενη δοκιμασία που περνούσαν εκείνο τον καιρό.
Οι Λαλαίοι για να τρομοκρατήσουν τους επαναστατημένους ρωμιούς, μεταμφίεσαν τις νεαρές γυναίκες σε άνδρες ιππείς πολεμιστές. Ακολουθούσαν τα στρατεύματα και με τον όγκο τους προσπαθούσαν να τρομάξουν τους Έλληνες.
Χαρακτηριστικά ο Ανδρέας Δεληγιάννης γράφει στην εφημερίδα «Μέριμνα»:
«Αι γυναίκες των Λαλαίων μετείχον του πολέμου εις την μάχη του Πούσι, παρευρέθησαν οθωμανίδες έφιπποι …».
ΟΙ ΛΑΛΙΩΤΙΣΣΕΣ ΚΥΡΑΔΕΣ
Λουκίσσα με τα κρύα νερά, με τους πολλούς καντάλους,
αν έρθει το Ρωμαίικο, ούλες το Μάη να στρίψτε,
κι αν έρθει πάλε Τούρκικο, κρύα νερά να βγάλτε.
Κ’ εσύ, καημένε Μπαστηρά, με τα πολλά κεράσια
και Λάλα με τις όμορφες, με τις βαριές κυράδες,
με τις τρανές αρχόντισσες, τις καλομαθημένες,
που δεν καταδεχότανε τη γη να την πατήσουν,
που φόραγαν χρυσά σκουτιά και κόκκινα σαλβάρια
και τώρα καταντήσανε νερό να κουβαλάνε,
να κουβαλάν’ και ξύλα απ’ το λόγγο ζαλωμένες.
alt
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
Μπροστάρης, ο = ο έχων το γενικό πρόσταγμα, ο πρώτος της ομάδας.
Νομάτοι, οι = οι άνδρες.
Ρούγα, η = η γειτονιά.
Σπαχής, ο = Τούρκος ιππέας άτακτου στρατιωτικού σώματος.
Φοράδα, η = θηλυκό άλογο.
ΠΗΓΕΣ
– Βαντάνας Χρύσανθος, από Δάφνη [Ντάμιζα] Αμαλιάδας, απόγονος Κρασακαίων, Ιούνιος 1995.
– Δημητρόπουλος Διονύσιος, καταγωγή από Καράτουλα Ωλένης.
– Εφημερίδα «Μέριμνα» της 7 Απριλίου 1872, άρθρο του Ανδρέα Δεληγιάννη.
– Ιερέας Παπακωνσταντίνου Νικόλαος [Παπατσιγκούνης], Άγναντα Πηνείας.
– Μπεκρής Γεώργιος [Καλλιμάνης], από το χωριό Ροδιά Πηνείας.
-«Παγκαλαβρυτινόν Βήμα», άρθρο του Ανδρέα Χρυσανθόπουλου, τεύχος 97, Ιανουάριος- Φεβρουάριος- Μάρτιος 1998.
– Παπαδόπουλος Νικόλαος Πρωθιερέας, «Κατακαημένου Μοριά σελίδες του 1821», Αθήνα 1974.
– Πουρναρόπουλος Γεώργιος,  «Η Ιατρική του Αγώνος», Αθήναι 1971.
– Σκούτας Δημήτριος, καταγωγή από Ροδιά Πηνείας, κάτοικος Δάφνης Αμαλιάδας.
– Σταθόπουλος Γιάννης, του Θεοδώρου από Σκούπι Καλαβρύτων, γεννηθείς το 1913. Έδωσε το τραγούδι τον Ιούνιο του 1993).
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Ντάρτιζα η  σημερινή Αχλαδινή δήμου Φολόης.
[2] Το χωριό Αντρώνι του δήμου Λασιώνος, λόγω της θέσης, του ήταν ένα μικρό Σούλι, με πολλά σπήλαια γύρω του. Τα πιο σημαντικά ήταν: το σπήλαιο του Στούπα, του Κουταλιανού, του Σκούτα και η περίφημη Σπηλιά του Κλαμπανάρη, που κατέρρευσε  την Τρίτη, στις 13 Απριλίου του 1954. Μαρτυρίες των κατοίκων αναφέρουν ότι η σπηλιά είχε φιλοξενήσει πολλούς αγωνιστές της σκλαβωμένης τότε πατρίδας. Χωρούσε 1000 άτομα και είχε δικό της νερό. Το νερό ήταν και η σημαντικότερη αιτία που έκανε σιγά-σιγά το βράχο, που τη στήριζε, να μαλακώσει και να διαβρώσει. Η κατάρρευση της σπηλιάς είχε σαν αποτέλεσμα να πνιγούν στο ποτάμι του Πηνειακού Λάδωνα, δύο βοσκοί, μαζί με τα πρόβατά τους.
[3] Αδελφός του Αναγνώστη Κανελλόπουλου από την Πέρσαινα.
[4] Εκτός των αλόγων, που κρίθηκαν μάχιμα. Τα ήθελαν ξεκούραστα, προκειμένου να καταδιώκουν τους Λαλαίους κατά την μάχη.
[5] Ένα σημαντικό επεισόδιο, που διαδραματίσθηκε εκείνη την εποχή, κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων μεταξύ επαναστατών και Λαλαίων Τουρκαλβανών, μας δίνει αρκετές πληροφορίες για τη δράση της Αντιγόνης. Ένα μήνα πριν τη σύσταση στρατοπέδων από τις επαναστατικές δυνάμεις στη θέση Πούσι και Μποτίνι, είχε προηγηθεί μια άνιση φονική μάχη, μεταξύ του οπλαρχηγού Γιώργη Γιαννιά από την Προστοβίτσα Τριταίας και των Λαλαίων Τουρκαλβανών, στις πηγές του Κατσαρού Aντρωνίου.
Η Αντιγόνη ζώθηκε τ’ άρματα του μακαρίτη άνδρα της, καβάλησε τη φοράδα της και κατευθύνθηκε προς τη θέση Κατσαρού, όπου διεξαγόταν η μάχη. Οι προφυλακές των Λαλαίων, μόλις την είδαν να πλησιάζει καλπάζοντας, την τουφέκισαν από μακριά, με σκοπό να την απωθήσουν και να μην πλησιάσει στον τόπο διεξαγωγής της μάχης. Τότε, καθώς αποχωρούσε αργά, ένας Τούρκος Σπαχής ξέκοψε από τις προφυλακές και την ακολούθησε στο πυκνό δάσος, έχοντας στον νου του διάφορες άνομες βλέψεις. Καθώς την πλησίασε, η Αντιγόνη σταμάτησε τον καλπασμό της φοράδας της και τον περίμενε να την πλησιάσει. Μόλις πλησίασε κοντά, τη διέταξε να σταματήσει απειλώντας την με το ντουφέκι του.  Αυτή σταμάτησε και τον ρώτησε τι θέλει. Ο Σπαχής ξεπέζεψε από το άλογό του και της ζήτησε να πετάξει τα άρματά της μακριά και να ξεπεζέψει. Η σκληρή Αντρωνιότισσα, φοβούμενη, υπάκουσε στις διαταγές του και, αφού πέταξε τα όπλα της, άλλαξε όψη και διάθεση και άρχισε να τον γλυκοκοιτάζει, κάνοντάς του διάφορα νάζια. Ο Σπαχήςξεγελάστηκε από τις διαθέσεις της Αντιγόνης, κατέβασε το όπλα του και προσπάθησε να τη φιλήσει. Μόλις πλησίασε κοντά της, η Αντιγόνη έβγαλε το μαχαίρι που είχε κρυμμένο κάτω από το φόρεμά της, περασμένο στην καλσοδέτα της, και με αφάνταστη ταχύτητα το έμπηξε στην κοιλιά του Σπαχή. Με το ένα χέρι της έστριβε το μαχαίρι στα σωθικά του και με το άλλο χέρι της αγκάλιασε το κεφάλι του αδύναμου πια Σπαχή, κλείνοντάς του με την παλάμη της το στόμα του, για να μην ξεφωνίσει από τους πόνους. Μόλις ξεψύχησε, τον ξαρμάτωσε και στη συνέχεια τον φόρτωσε, κάθετα, στο σαμάρι του αλόγου του, τον έδεσε και, αφού έστριψε το άλογο προς το πεδίο της μάχης, του έδωσε μια γερή καμουτσικιά στα καπούλια, για να να απομακρυνθεί προς τα εκεί. Η Αντιγόνη είχε επιτελέσει, στο ακέραιο, την ηρωϊκή της πράξη για την πατρίδα.
Την ίδια στιγμή, πιο πίσω, πάνω σε ένα ύψωμα, ήσαν κρυμμένοι δυο-τρεις Αντρωναίοι, καθώς και ο Γιωργάκης Σαπουτζής από το Κούμανι, οι οποίοι είχαν αποστολή να κατασκοπεύουν τις κινήσεις των Λαλαίων.
Η Πολιτεία οφείλει κάποτε να αποδώσει τις πρέπουσες τιμές σε αυτή την άγνωστη Αντρωνιότισσα ηρωΐδα. Αν και η ιστορία μας την αγνόησε, η δημοτική μας μούσα δεν έμεινε αμέτοχη στη δράση της Αντιγόνης. Εμείς αισθανόμαστε τυχεροί που εντοπίσαμε και καταγράψαμε έστω και τέσσερις στίχους από ένα παραδοσιακό δημοτικό τραγούδι της τάβλας που εξυμνούσε την παλικαριά της.

Άιντε! Που ‘σαι κουμπάρε Σαπουτζή,  κουμπάρε μου Γιωργάκη.
Σύρε στα πέρα τα χωριά, Κούμανι κι’ Αντρώνι
και πες της καπετάνισσας, και πες στην Αντιγόνη.
Ν’ αλλάξει και να στολιστεί, τ’ άρματα να ζώσει …
(Της Αντιγόνης, συλλογή και καταγραφή Ηλίας Τουτούνης).
[6] Ο αείμνηστος Διονύσιος Δημητρόπουλος, με καταγωγή από το Καράτουλα Ωλένης, είχε δώσει αρκετές πληροφορίες, αναφέροντας ότι γνώριζε πάρα πολλά για τη δράση της Αντιγόνης από το χωριό Αντρώνι.
[7] Παλούκωμα λεγόταν η τοποθέτηση ξύλινων πασσάλων μέσα στο έδαφος. Εξείχαν του εδάφους περίπου ενάμιση μέτρο. Τους τοποθετούσαν σε πυκνή και σε ακανόνιστη σειρά. Σε περίπτωση που η εχθρική καβαλαρία διατρυπούσε τις γραμμές άμυνας, οι αμυνόμενοι οπισθοχωρούσαν με τα πόδια ενώ τα άλογα των επιτιθεμένων δεν μπορούσαν να το διαπεράσουν. Ήταν μια τακτική για αμυντικούς σκοπούς. Συνήθως χρησιμοποιούσαν το ίδιο σύστημα και μπροστά από τα ταμπούρια τους, σε απόσταση βολής.
[8] Η πάγια τακτική να ανάβουν μεγάλες φωτιές μπροστά από τα ταμπούρια, είχε αμυντικούς σκοπούς. Κατά την αναμενόμενη επίθεση, μπροστά από τα ταμπούρια με την φωτιά που άναβαν, γινόταν μια ζώνη, με σκοπό να μην μπορούν να πλησιάσουν οι εχθροί, διότι μετά την ολονύκτια τροφοδοσία της εστίας υπήρχαν σωροί από αναμμένα κάρβουνα και η ζώνη αυτή ήταν αδιαπέραστη από ανθρώπους, αλλά και από τα άλογα των επιτιθεμένων.
κω/πα Δεκέμβρης 2010
alt

H αλληλογραφία Ελλήνων και Λαλαίων κατά την μάχη στο Πούσι Ηλείας

Πηγή: www.antroni.gr

Δεν είναι πρώτη φορά που οι ιστορικοί, για διαφόρους ευνόητους λόγους, ηθελημένα αγνόησαν τα πραγματικά γεγονότα που προηγήθηκαν και διαδραματίσθηκαν κατά την διεξαγωγή προπολεμικών διαπραγματεύσεων, διαφόρων πολέμων, μαχών και μεταπολεμικών εξελίξεων, όπου με την σειρά τους, έδωσαν το στίγμα τους στην πορεία ενός ολοκλήρου Έθνους. Η επιχειρούμενη απόκρυψη και παραποίηση των πραγματικών γεγονότων, διαστρεβλώνει την πραγματικότητα, μεταλλάσει σημαντικά την ιστορία, διαγράφει ή παραγράφει τους πραγματικούς αγωνιστές και τέλος εξυψώνει αυτούς που ίσως δεν προσέφεραν όσον αφορά την απαιτούμενη υποχρέωση έναντι του Έθνους, ή ακόμα και πρόδωσαν την ίδια τους την πατρίδα.
Όμως διαχρονικά ή έστω και αργά πρέπει ν’ αναδυθούν στην επιφάνεια όλες οι πτυχές των γεγονότων που διαδραματίσθηκαν, για να γνωρίσουμε και να καταγράψουμε την πραγματικότητα των γεγονότων και ν’ αναγάγουμε τ’ ανάλογα και χρήσιμα συμπεράσματά μας.
Στην Ηλεία, προεπαναστατικά και μέχρι το 1821, κατοικούσαν πάρα αρκετοί Τούρκοι, στην Γαστούνη, στο Λάλα και στο Φανάρι που καταδυνάστευαν τον τόπο. Απ’ αυτούς οι πιο επικίνδυνοι, θεωρούνταν μόνον οι σκληροτράχηλοι Λαλαίοι Τουρκαλβανοί. Κατά την έναρξη της επανάστασης, οι επαναστατικές δυνάμεις δια μέσω των αρχηγών των αποφάσισαν ν’ αποκλείσουν ή να εξουδετερώσουν τους Λαλαίους, που ήταν ο πιο επικίνδυνος θύλακας της Ηλείας αλλά και ολόκληρου του Μοριά. Για αυτόν τον λόγο, οι Πρόκριτοι της Αχαΐας[1] και ο Δεσπότης των Παλαιών Πατρών, Γερμανός στις 26 Μαρτίου 1821, αποτάθηκαν στους Λαλαίους Τουρκαλβανούς αποστέλλοντας μια επιστολή[2].
alt
«Πρόκριτοι των Λαλαίων
Μετά τον χαιρετισμόν μας. Σας φανερώνομεν, ότι με απορίαν μας σήμερον είδομεν έναν τεσχερέν του Χετέμπεη όπου γράφεις προς τα χωρία της Πάτρας προσκαλώντας αυτά δια να έλθουν εις το Ιταήτι σου με τι σκοπόν δεν ηξεύρομεν. Ημείς κατά το χρέος το γειτονικόν σας λέγομεν, ότι ημείς κινούμεθα δια να λάβωμεν τα δικαιώματά μας χωρίς να στοχαζώμεθα δια να βλάψωμεν κανέναν. Λάβετε λοιπόν καλά τα μέτρα σας, καθήσετε εις τα σπίτια σας χωρίς να φοβερίζετε και χωρίς να κάμετε κανένα κίνημα διατί ύστερον θέλομεν ορμήσωμεν εναντίον σας όλοι, με αρκετές δυνάμεις, και τότες το τέλος σας θέλει είναι ολέθριον. Φερθήτε λοιπόν με γνώσιν δια να φυλάξετε την ζωήν σας και το πράγμα σας. Μην εξαπλώνετε τον νου σας εδώ και εκεί, ότι το έθνος σας πάγει πολλά κακά. Ταύτα».
Πάτρα 26 Μαρτίου 1821
+ Ο Πατρών Γερμανός
+ Ο Κερνίτσης Προκόπιος
Ο Ανδρέας Ζαΐμης
Ο Μπενιζέλος Ρούφος
Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος
Να δοθή εις χείρας των προκρίτων του Λάλα.
(-Αθανασίου Θ. Φωτόπουλου, «Οι Λαλαίοι Τουρκαλβανοί», Επετηρίς της Εταιρείας Ηλειακών Μελετών, τόμος Β΄, σελίδα 419-443.
-Αρχείο Γεωργίου Σισίνη στην ΙΕΕΕ, αριθμός εγγράφου 20431. Το έγγραφο αυτό έχει δημοσιευθεί από τον Γεώργιο Π. Κουρνούτο, σε άρθρο στην Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1959, σελίδα 33).
Κατά τον Απρίλιο του 1821 ο Παναγιώτης Γιατράκος[3] έστειλε και αυτός με την σειρά του μια επιστολή στους Λαλαίους Τουρκαλβανούς, με τους οποίους διατηρούσε άριστες σχέσεις. Ο Γιατράκος μέχρι της επανάστασης ήταν γιατρός τους, είχε φιλικότατες σχέσεις και τους είχε βοηθήσει επανειλημμένα και αρκετά. Τότε μετέβη  στην Καρύταινα, έγραψε ένα γράμμα και το απέστελλε στους Λαλαίους. Σύμφωνα  με αυτή την επιστολή, τους συμβούλευε να προσκυνήσουν, υπογράφοντας ως Αρχιστράτηγος.
Οι Λαλαίοι αξιωματούχοι Χετέμπεης και Φεϊζουλάγας, έστειλαν και αυτοί με την σειρά τους μια απαντητική επιστολή προς τον Παναγιώτη Γιατράκο και τον καλούσαν σε συνάντηση.
«Ευγενέστατε ακριβέ μας φίλε κύρ Παναγιωτάκη σε χεραιτούμεν, ερωτώμεν το χατίρι σου. Ελάβομεν τον φιλικόν σου και ακριβόν σου ( ….) άκρως την αγαθήν υγείαν σου, και ημείς με δόξαν Θεού υγιαίνομεν, ( ….) να μας γράφης ότι μας έχεις δύο τρία γράμματά σου σταλμένα, και κανένα δεν ελάβαμεν εξόν τούτο μόνον. Και είδαμεν οπού μας λες δια να σου στείλωμεν άνθρωπό μας να του ομιλήσης στοματικώς. Και τα ορδιά σας, φίλε μας, ανθρώπους δεν αφήνουν να περάσουν οπού να σας στείλωμεν, ότι και ένα σου γράμμα οπού μας είχες πρωτύτερα το έπιασαν στης Καρύταινας το ποτάμι και το έσχισαν και δεν μας το έστειλαν. Όχι και δεν θέλεις, φίλε μου, να έλθης να σμίξωμε, πάρε το ορδί σου και έλα στο ποτάμι του Ντουμπίτζι, έρχομαι και εγώ ο φίλος σου Ετέμπεης με το εδικόν μου ορδί και αφήνομεν τα ορδιά μας το ένα μέρος και το άλλο και εμείς οι δύο σμίγομεν και κουβεντιάζομεν. Όχι και δεν θέλεις, φίλε μου, να έλθης να κουβεντιάσωμεν, φανέρωσέ μου πάλιν και έρχομαι εγώ εκεί. Το ξέρεις οπού δεν βαριέμαι και το ξέρεις οπού δεν σκιαζόμαστε κιόλας, φίλε μας, οπού μας έκαμες τον κόσμο φλυτζάνι και μας λες ότι είναι επτά ρηγάτα σηκωμένα, και να είναι και αυτό δεν μας βλάπτει, και μας λες ότι και ιμιντάτι μην καρτερούμε, δεν μας έρχεται. Εμάς ιμιντάτι μας ήρθε και το εμάθατε κιόλας, όμως εσείς δεν το ξέρομεν πόθε το καρτερείτε το ιμιντάτι. Και δεν ηλπίζαμεν, φίλε μας, οπού να ξαγιρντίστε τον κόσμον να τον πάρετε στον λαιμόν σας, καθώς και εδώθε τον επήρατε, οπού ίσως το εμάθατε τι εκάμαμε καθώς και τι θε να κάμωμεν απάνου όντας θα νικήσωμε. Όμως η χασομέρειά μας και επειδή μας έγραψε ο Ισούφ Πασιά αυθέντης μας από την Πάτρα οπού να φυλάξωμεν τα νερά μας εδώθε έως να εβγή ο ίδιος από Καλάβρυτα να τους πιάση τους άλλους δια να μην μπαρκαριστούν, ωσάν και του Αχμέτ Πασιά αυθεντός μας ο κιαχαγιάς οπού εβγήκε εις Βοστίτζα. Αυτά τα ηξεύρετε και εσείς καλύτερα από εμάς, δεν κάνει χρείαν να όσα γράψωμε σαν τις υπερηφανιές οπού μας γράφετε εσείς φίλε μας. Και αν είστε φίλος μας και θέλης ως το γράφομεν, κοπιάστε στο ποτάμι και σαν σμίξομεν στοματικά τότες τα λέμε και στοματικώς. Δεν κάνει χρεία περισσότερα. Μην παίρνετε τον κόσμον εις τον λαιμόν σας. Και εμείς έχομεν τον Θεόν και μας βοηθεί. Αν κάμωμεν σιαπάνω, τότες ακούτε τι κάνομεν και ύστερα δεν ημπορώ να σε γλιτώσω, φίλε μου. Και αν, φίλε μου, δεν τραβηκτής να πας σπίτι σου, ας είναι το κρίμα εις τον λαιμόν σου, ότι ύστερις δεν ημπορώ να σε γλιτώσω. Τους εδώθε φίλους, οπού είχα κοντά μου, τους εφύλαξα και τους εγλίτωσα από τους άπιστους Ρωμαίους, ότι οι ίδιοι πολεμάτε να σκοτωθήτε από την παροιμίαν(Wink σας. Τι κάνει χρεία να σε πολυλογώ, αν θέλης έλα με το ορδί σου ( ….) και θεόθεν υγιαίνετε».
Φίλοι σου ακριβοί Απριλίου 20, Λάλα, 1821
Φεϊζουλάγας και Ετέμπεης
(Δύο σφραγίδες τουρκικές)
«Από τους ακριβούς σου φίλους Σμαήλαγα, Ντερβίσαγα, Μπεκιριάγα, Ραγίπαγα, Νετζίπαγα, Αρίφμπεη, Σαϊλάγα, και επιλοίπους αγάδες και Απτούσαγας χαιρετίσματα. Ερωτούν το χατήρι σου και μεγάλην επιθυμίαν έχουν να σε ιδούν.
Ο μεγαλοδύναμος Θεός με χατιρλί να μας ανταμώση».
«Αχ φίλε μου, εγώ ο φίλος σου Ετέμπεης πολύ σε επιθύμησα να σε ειδώ και δια χατίρι το εδικόν σου εγώ ο ίδιος θα έλθω της Μάνης το μέρος δια να ημπορέσω να σε γλιτώσω. Όμως, καθώς βλέπω, μουρλός ήσουν και τώρα μουρλός είσαι. Τώρα τι κάνει χρεία, φίλε μου, εσύ το ξέρει, οπού σε αγάπαγα και πλέον όπως ημπορέσω να σε γλιτώσω, τι να κάμω. Και αν έλθης στο ποτάμι, τότες τα λέμε».
«( ….) Ότι ιμιντάτι μην καρτερούμε φίλε μας ( ….) βοήθειαν του Θεού ιμιντάτι δεν θέλομεν, γιατί έχει ο Θεός το ιμιντάτι χαρισμένο και είμαστε θησαυρισμένοι Λάλα και Γαστούνη, καθώς μας ξέρεις. Τι να κάνει χρεία να τα λέμε κοπλιμέντα. Εμείς όμως και στον καλόν καιρόν φίλον μας σε είχαμεν, και στον κακόν καιρόν φίλον μας θε να σε έχωμεν. Και δεν κρυφίζομεν από εσένα, και όπως είναι η απόφασις του Θεού, έτζι θα να γίνη ο κόσμος. Και ο φίλος σου Αλή εφέντης σε χαιρετάει».
«Φίλε μου, να με συμπαθήσης οπού σε γράφω ( …) ότι από τον πόνον μου οπού δεν σε βλέπω στο γράφω, ότι σου είπα να ερχώμαστε ( …) ηθέλησες επήγες στον διαβολότοπον της Μάνης και κανέν άνθρωπον μυστικόν σου, αν θέλης στείλ’τον, ότι άφοβος είναι. Εμείς ανθρώπους πεζοδρόμους δεν το κάνουμε καμπούλι να πειράξωμε δια το ζάρνι η πίστις μου σαν το έθνος το δικό σας».
Στο νώτο: Τω ευγενεστάτω ακριβώ μας φίλω κυρ Παναγιωτάκη Γιατράκω
Ευτυχώς
Εις Σιλίμνα ή όπου ευρεθή.
Μετά τις νικηφόρες μάχες που έδωσαν οι Λαλαίοι στο χωριό Λατζόι Ωλένης και στην θέση Κατσαρού Λασιώνος και τον θάνατο των καπεταναίων Χαράλαμπου Βιλαέτη και Γιώργη Γιαννιά, οι Λαλαίοι ενεθάρρυναν και θεώρησαν πλέον ότι ήσαν ικανοί από μόνοι τους ν’ αντιμετωπίσουν τους επαναστατημένους Έλληνες. Γι’ αυτόν τον λόγο αποφάσισαν να μην εγκαταλείψουν τον αγαπημένο τους το Λάλα μεταβαίνοντας, στην Τρίπολη ή στην Πάτρα, αλλά να παραμείνουν και να υπερασπισθούν, ότι δημιούργησαν.
Έγγραφο του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη προς τον Γιωργάκη Πλαπούτα,
Αδελφέ κύρ Γεωργάκη Κολιόπουλε.
«Έλαβον το γράμμα σας και είδον δια το πέρασμά σας, εάν είναι όλες οι γνώμες σύμφωνοι και αν στοχάζεσθε πως είναι ικανά τα στρατεύματά σας να βαστάξουν την πολιορκίαν Λαλαίων, ακολουθήσατέ το. Γράφομεν και ημείς προς Δημητσανίτας δια να σας στείλουν τζέπ-χανέ κατά το γράφειν σας, ημείς δε είμεθα πολύ καλά. Ο Μόραλης Μπεκίρ Πασιάς, ήρχετο εις Μορέαν με 4 καΐκια, και με 3.000 τυράννους, τον έπιασαν τα Υδροψαριανά καράβια και τους επέρασαν από το σπαθί και έφεραν τον Μπεκίρ Πασιά και έως 100 Τούρκους εις την Ύδραν και τους έχομεν και φτιάνουν τάπιες ….. όλα με το έλεος του Θεού καλά και ανδρίζεσθε, αδελφέ και μένω».
Την α΄ Μαΐου 1821 Χρυσοβίτσι.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
(«Πλαπούτας», Αγησίλαος Τσέλαλης, σελίδα 187, εκδόσεις Γιαννίκος, Αθήνα 1962)
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης επειδή ήταν προνοητικότατος και διορατικός και φοβούμενος προδοσία, δωροδοκία, είτε γενικές εξορμήσεις του εχθρού προς αχρήστευση των κανονιών των ελληνικών δυνάμεων στο Πούσι, έγραψε μια επιστολή προς τον Γιωργάκην Κολιόπουλον ή Πλαπούτα.
«25 Μαΐου 1821 από Τρίκορφα.
Αδελφέ Γεωργάκη Κολιόπουλε, έλαβον το αδελφικόν σου είδον τα γραφόμενά σου δια το πολιόρκισμα του Λάλα αφούν συναχθούν και οι αδελφοί Γαστουναίοι να τους δώσης γνώμην ότι εις το μέρος όπου θε να βάλουν τα κανόνια να είνε δυνατόν να βάλουν και ανθρώπους και να προφυλάσσουν ωσάν που είνε ενδεχόμενον οι εχθροί να ενεργήσουν ή να πάρουν ή να τα βουλλώσουν και κατά τούτο κάμετε ορθόν στοχασμόν. Εις Δημητσάνα έγραψα δια να στείλουν τα αναγκαία του πολέμου και αν δεν σας τα στείλουν γράψετέ μου να τους βιάσω.
Σας φιλώ ο αδελφός
Θ. Κολοκοτρώνης»
(«Η Ηλεία επί Τουρκοκρατίας», Γεωργίου Αρ. Χρυσανθακοπούλου, σελίδα 207,  εν Αθήναις 1950).
Στις αρχές Ιουνίου 1821, οι Επτανήσιοι αρχηγοί που είχαν στρατοπεδεύσει  στην τοποθεσία Πούσι Αχλαδινής (πρώην Ντάρτιζας), θέλοντας από μόνοι τους να διαπραγματευθούν με τους Λαλαίους απέστειλαν τον Κεφαλλονίτη Παναγή Μεσσάρη, από το Αργοστόλι, κρατώντας λευκή σημαία και μετέφερε στους Λαλαίους επιστολή των αρχηγών του, με την οποία τους καλούσαν να παραδοθούν άνευ όρων.
alt
«Από ημάς τους Αρχηγούς των Κεφαλλήνων και Ζακυνθίων, εις σας τους Ευγενείς Αγάδες και λοιπούς Αργηγούς των Λαλαίων.
Κατά τας διαταγάς του Αρχιστρατήγου των Ελλήνων Αλεξάνδρου Υψηλάντου, όστις εκυρίευσεν όλην την Βλαχίαν, Μολδαβίαν και την Κωνσταντινούπολιν, και τα άλλα μέρη της Ανατολής, ήλθαμεν εδώ εις τον Μωρέαν, επιφορτισμένοι να σας προτείνωμεν την ειρήνην δια μέσου μιας συνθήκης καθώς υπαγορεύουν οι Νόμοι όλης της Ευρώπης και συνοδευόμεθα από έναν ίδιον του συγγενή. Εάν εις τούτο φανήτε ενάντιοι, είμεθα έτοιμοι να δώσωμεν κάθε βοήθειαν και κάθε υπεράσπισιν εις τους εχθρούς σας Μοραΐτας και δια του πυρός και της σπάθης να σας χαλάσωμεν, δια τούτο ήμεθα τον αριθμόν χίλιοι οπλοφόροι με όλα τα αναγκαία του πολέμου και με έξι κανόνια.
Μένει λοιπόν εις την θέλησίν σας να εκλέξετε, ή τον πόλεμον, ή την ειρήνην, με την ειρήνην φυλάττετε την ζωήν και κατάστασίν σας, με τον πόλεμον εξ ολοκλήρου θα χαλασθήτε εις ολίγας ώρας όταν σας κτυπήσωμεν.
Περιμένομεν την απάντησίν σας, και εάν έχετε σκοπόν να συνομιλήσετε με ημάς, στείλετε υποκείμενον άξιον, και δια την ασφάλειάν του σας εγγυούμεθα με κάθε τρόπον, και με τον απεσταλμένον σας θέλει αποφασισθή ο τόπος δια να τελειώσωμεν τας συμφωνίας μας.
Σας ειδοποιούμεν ότι η υπόθεσις σας όπου ηκουλούθησε χθες δεν ήτο γνωστή εις ημάς, και εάν ευρέθημεν ηναγκασμένοι να σας τραβήξωμεν κανένα τουφέκι, το εκάμαμεν δια να εμποδίσωμεν κάθε άλλο κίνημα, αλλά σήμερον, θέλει τιμωρήσωμεν τους παρακούσαντα».
Από το γενικόν στρατόπεδον μας. Α΄ Ιουνίου 1821
ΜΙΧΑΗΛ ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ Κωνσταντινουπολίτης
Γενικός οπλαρχηγός της εκστρατείας
Οι αρχηγοί
Κωνσταντίνος Μεταξάς
Γεράσιμος Φωκάς
Ανδρέας Μεταξάς
Ευαγγέλης Πανάς
Διονύσιος Σεμπρικός
Παναγιώτης Στρούζας
Μιχαήλ Κουτουφάς
(Κωνσταντίνος Μεταξάς, «Απομνημονεύματα», σελίδα 26, Αθήνα 1957).
Οι Λαλαίοι δέχθηκαν, τον Παναγή Μεσσάρη, με φιλοφρόνηση και αφού τον περιποιήθηκαν όπως άρμοζε, την επόμενη ημέρα τον έστειλαν πίσω με μια απλή επιστολή, απευθυνόμενη στους Κεφαλλονίτες. Ο Μεταξάς δεν την παραθέτει πουθενά.
Αυτό όμως υπάρχει στο Αρχείο του Σισίνη στην ΙΕΕΕ και έχει ως εξής:
«Από εμάς τους Αγάδες, οπού ευρισκόμεθα εις Λάλα, εις σάς τους Κεφαλλωνίτες και Ζακυνθινούς, οπού είσαστε εις βοήθειαν των ραγιάδων.
Σας φανερώνομε ότι ελάβαμε το γράμμα σας και είδαμε τα όσα μας γράφετε, όμως επειδή και οι αγάδες μάλιστα και οι μπιπασάδες και αρχιστράτες είναι τριγύρου με τα ασκέρια, ινσαλά το δειλινό εις τας δέκα η ώρα, οπού μαζώνονται κουβεντιάζομε και σας γράφομεν την τέλειαν απάντησιν και θέλομεν στείλει και άνθρωπον δια να ομιλήση».
1821 Ιουνίου α΄ Λάλα (τρεις σφραγίδες τουρκικές)
Ο Σπυρίδων Τρικούπης δημοσίευσε μια άλλη σχεδόν παρόμοια επιστολή που ίσως να μην είναι πραγματική η παραποιημένη.
«Προς σας κύρ Μεταξά και λοιπούς φίλους μας.
Ελάβαμε το γράμμα σας και είδαμε όσα μας γράφετε, άλλ’ επειδή οι Μπέηδες και οι Αγάδες είναι τριγύρω στο Λάλα με τα ασκέρια δεν μπορούμε να σας αποκριθούμε σήμερα με τον ιδικόν σας κύρ Παναγιώτη, άλλ’ αύριον με ιδικόν μας ξεμοτύχον ελτσήν, λάβετε ως τόσον ολίγα κεράσια του Λάλα και δύο ραβανιά δι’ αγάπην και μένομεν».
Μετά την παρέλευση δύο ημερών έφθασε στον κάμπο του Λάλα, σε αρκετή μεγάλη απόσταση από τα επαναστατικά στρατόπεδα, ο Μπέκιος Κεχαγιάς, με σκοπό να συναντηθεί με τους Επτανήσιους αρχηγούς. Σ’ αυτήν την συνάντηση πήγαν Έλληνες πολεμιστές και υπόδειξαν στον Μπέκιο, ότι δεν μπορεί να ιδεί τους αρχηγούς, αλλά του ανέφεραν ότι πρέπει να του δέσουν τα μάτια και να τον οδηγήσουν σε κάποιο προκαθορισμένο μέρος. Ο Μπέκιος Κεχαγιάς, αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια και μετά από αυτό επέστρεψε στο Λάλα άπραγος. Μαζί του πήγε στο Λάλα και ένας Επτανήσιος (ενώ από τους προύχοντες του Δούκα βεβαιώνεται ότι οι Λαλαίοι είχαν κρατήσει κάποιον Επτανήσιο από την συνοδεία του Παναγή Μεσσάρη που μετέφερε την πρώτη επιστολή των Επτανησίων). Σ’ αυτόν οι Λαλαίοι, επέδωσαν μια επιστολή και την μετέφερε στους Επτανησίους αρχηγούς.
«Μας φάνηκαν παράξενα όσα μας εγράψατε. Η Επτάνησος ανήκει στους Άγγλους και οι Τούρκοι πόλεμον με τους Άγγλους δεν έχουν, είναι μάλιστα φίλοι. Επομένως διαστάζομεν να πιστεύσωμεν όσα περί γενικής εκστρατείας Επτανησίων εγράφατε, καθώς δεν πιστεύομεν και όσα λέγετε, περί γενικής επαναστάσεως των Ελλήνων και δια την καταστροφήν της Τουρκίας. Αλλά ημείς οι Λαλαίοι τι την θέλομεν την ζωήν μας και την ύπαρξίν μας αφού όλοι οι έμπιστοι μας κατά τους λόγους σας κατεστράφησαν; Και αν ο Θεός εσήκωσε τον νουν των ραγιάδων Μοραϊτών και επαναστάτησαν, σεις οι Επτανήσιοι δεν έπρεπε να λάβετε μέρος με αυτούς. Σας συμβουλεύομεν λοιπόν να τραβηχτήτε και εμείς θέλομε σας δώσει τα μέσα της αναχωρήσεώς σας και μην ακούτε τα λόγια των ραγιάδων και ξεχωριστά αυτού του ψεύτη του Γεωργίου Σισίνη, που θα πάρουν και αυτούς και σας εις τον λαιμόν τους».
(Κωνσταντίνος Μεταξάς, «Απομνημονεύματα», σελίδα 26, Αθήνα 1957).
alt
Η ΛΥΠΗ ΤΟΥ Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ Γ. ΠΛΑΠΟΥΤΑ
«Φιλογενέστατοι Άρχοντες, έγκριτοι της Νήσου Σπετσών.
Τας από 31 απελθόντος σημειωμένας φιλογενείς σας σήμερον ελάβομεν και είδομεν την κατά του τυρρανικού δελφινίου νίκην του θεοφρουρήτου ελληνικού τρισαγίου στόλου, και άπαντες υψώσαμεν χείρας ευχαριστηρίους προς τον ύψιστον Θεόν, και παρακαλούμεν δια να ακούσωμεν ταχέως τον τέλειον εξολοθρεμόν του εχθρού. Εστείλαμεν τα ίδια αμέσως και προς τους εις Ναύπακτον Καπεταναίους πατριώτες μας, προς χαράν και ευχαρίστησίν των. Σας πληροφορούμεν και ημείς τα ακόλουθα, ότι εις τας 30 λήξαντος εκινήθησαν οι Λαλαίοι κατά των εκεί στρατευμάτων μα, τα οποία ήτον εις δύο κολλώνας. Η μεν μία είχε και κανόνια, ΄ψστε επολέμησαν γενναίως και εθανάτωσαν υπέρ τους 100 τυρράνους, την δε άλλην αυνεκρότει ο Καπετάν Γεώργιος Κολιόπουλος, πατριώτης μας, ο οποίος βλέποντας τον αυτόν πόλεμον, έστειλεν 800 στρατιώτας προς βοήθειάν των και αυτός, πέρνοντας 300 στρατιώτας, επήγε κατά το επάνω μέρος του Λάλα. Εκεί απαντήσας τρία καρτέρια τυρρανικά, αντιπαρετάχθη γενναίως και τους κατεδίωξε προχωρούντας εις τα έμπροσθεν, ώστε εις τον κάμπον, πλησίον του Λάλα, και εκεί τον εσφάλισαν πεζοί και καβαλλαραίοι, 1000 τύρρανοι, με τους οποίους αντιπαρετάχθη και επολέμησε τρεις ώρας χωρίς μετερίζιον και χωρίς να ημπορέσουν οι λοιποί στρατιώτες μας να του δώσουν την παραμικράν βοήθειαν. Πόσους εσκότωσεν, άδηλον, εθανάτωσαν και εκείνου έναν. Είτα δε, στεναχωρηθείς από την καύσιν του ηλίου και από νερόν, ως  και οι είκοσι στρατιώται του, έκαμαν γιουρούσι και χωρίς να βλαβώσιν έφυγον από τους τυρράνους, και περιπατώντας μίαν ώραν ετελείωσεν ο καλός και γενναίος αυτός ανήρ, είτε από την δίψαν, είτε από τον δαμπλάν παρελθόντος του θανάτου του. Είναι αδύνατον να σα περιγράψωμεν πόσην λύπην έδωσε γενικώς εις όλην την πατρίδα, το Γένος και προς όλους τους στρατιώτας, καθότι εχάσαμεν ένα παλληκάρι, οπού όμοιόν του εις την Πελοπόννησον δεν ήτο και δεν αμφιβάλλομεν ότι εστέφθη με τους αμάραντους στεφάνους της δόξης, διό, έχοντες μαζύ μας τον αδελφόν του, και αυτόν άνδρα γενναίον και στρατηγημακότατον, σήμερον τον εδιωρίσαμεν και τον εστείλαμεν εις εκείνον τον στρατόν. Όσην χαράν ελάβομεν δια τον θρίαμβον  των αρμάτων μας, άλλην τόσην λύπην για την υστέρησιν ενός τοιούτου ανδρός. Σήμερον εμάθαμεν, ότι οι εν Ζακύνθω και Κεφαλληνία αδελφοί μας στέλλουσι 500 στρατιώτας Κεφαλληναίους, με μερικάς πολεμικάς αποσκευάς, οι οποίοι και έρχονται κατ’ ευθείαν εις τον εδικόν μας στρατόν και ειμί βέβαιος πως θέλει φανώσι επωφελείς».
Υγιαίνοιτε εν αγαθοίς.
Τη 2 Ιουνίου 1821, Ζαράκοβα Τρικόρφων
Ο αδελφός σας
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
(«Πλαπούτας», Αγησίλαος  Τσέλαλης, εκδοτικός οίκος Γιαννίκος, σελίδα 198, Αθήνα 1962).
Μη υπάρχοντος πλέον αρχηγού, στο στρατόπεδο, πολλοί στρατιώτες φοβήθηκαν και λιποτάκτησαν. Αντιλαμβανόμενοι αυτό το μεγάλο πρόβλημα οι οπλαρχηγοί, έγραψαν στην Στεμνίτσα που έδρευε η Πελοποννησιακή Γερουσία, αναφέροντες ότι στερούνται αρχηγών και δεν υπάρχει κάποιος έμπειρος αρχηγός για να τους διοικήσει. Εκ τούτου η Γερουσία παρακινήθηκε και έγραψε στον Θ. Κολοκοτρώνη, Κανέλλο Δεληγιάννη και Διονύσο Μούρτζινο που βρίσκονταν στην Ζαράκοβα, όπως μεριμνήσουν να διορίσουν αρχηγό.
Τότε οι αρχηγοί έγραψαν στον Δημητράκη Πλαπούτα, αδελφό του Γιωργάκη και τον διόρισαν αρχηγό των όπλων της εκστρατείας στο Λάλα.
«Γενναίε στρατηγέ Καπετάν Δημητράκη Πλαπούτα, χαίροις.
Και προχθές μαθόντες τον απευκταίον θάνατον του μακαρίτου αδελφού σου, εγράφομέν σοι παρηγορούντες σε, ειδότες ότι καώς ημάς καιρίως ελύπησεν, ήτο επόμενον ίνα καταπικράνη καιριωτέρως και σε, αδελφόν αυτού όντα η τούτου αποβίωσις, το οποίον γράμμα ελπίζοντες; Ότι ελάβατε, επ’ αυτώ ούκ εκτεινόμεθα, αλλά δια του παρόντος δηλοποιούμεν, ότι ιδού περικλείομεν σοι εν τω παρόντι εν γράμμα της Γερουσίας προς τους εν Λάλα στρατιώτας, διαλαμβάνον ως θέλεις ιδή, ο βουλώνετε, το οποίον και εγχειρλίζεις αυτοίς. Δια του ιδίου λοιπόν διορίζομεν και την γενναιοτητά σου εις την θέσιν του αυταδελφού σου στρατηγόν και καπετάνιον συμβουλεύοντές σε εις χρέος πατριωτικόν, πρώτον μεν ίνα αποβάλης την λύπην της ψυχής, καθότι αυτός θέλει καταυταχθή εν ταις σκηναίς των αγίων, πολεμήσας γενναίως κατά των εχθρών της πατρίδος και πεσών ενδόξως και ευκλειώς, επομένως ίνα φιλοτιμούμενος ανδρωθή μετά της ανηκούσης φρονήσεως και εκστρατεύσης εν τη κατά του Λάλα ταύτη μάχη, ως Έλλην και ως υιός του Κόλια, δεικνύων έργα άξια του ονόματός σου».
Υγίαινε εν αγαθοίς θριαμβεύων κατ’ εχθρών.
1821 Ιουνίου 3 Στεμνίτζα
Η Γερουσία της Πελοποννήσου.
(ΤΣ) Βρεσθένης Θεοδώρητος, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Αθανάσιος Κανακάρης, Αναγνώστης Παπαγιαννόπουλος, Νικόλαος Πονηρόπουλος.
(«Πλαπούτας», Αγησίλαος Τσέλαλης, σελίδα 205, εκδόσεις Γιαννίκος, Αθήνα 1962).
Ένα άλλο έγγραφο όμοιο όμως ξεχωριστό έστειλε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης.
«Γενναίοι και ομογενείς αδελφοί στρατιώται του ευρισκομένου εις Λάλα στρατοπέδου χαίρετε! Επειδή ο μακαρίτης Γεωργάκης Κολιόπουλος, πολεμών τους εχθρούς έτυχεν θείαν συγχώρησιν εν τη μάχη απέθανεν ενδόξως …(εφθαρμένον) δια τούτω κοινή ψήφω απεφασίσθη διάδοχός του και εν τον τόπον του ο ανδρείος αυταδελφός του καπιτάν Δημητράκης Κολιόπουλος. Λοιπόν όλοι εσείς οι στρατιώται να δείξητε την πρέπουσαν αγάπην, υπακοήν και ευπείθειαν εις τας οδηγίας του, μάλιστα οπού είναι γνωστόν και προς υμάς και προς πάντας, ότι δεν είναι κατώτερος εις την ανδρείαν και την φρόνησιν από τον μακαρίτην Γεωργάκην, δια τούτο ακολουθούντες τας οδηγίας του και διαταγάς, πρέπει να τον σέβεσθε ως πρέπει. Ημείς ελυπήθημεν πολύ δια τον θάνατόν του μακαρίτου, περισσοτέρως όμως δια την δειλίαν και ανανδρείαν την εδικήν σας, την οποίαν αναξίως εδείξατε εν αυτή τη μάχη[4]. Επειδή όμως και τα γινόμενα ουκ απογίνονται δια του παρόντως σας παρακινούμεν, ότι του λοιπού να αφήσετε την δειλίαν, και να ακολουθήσετε με γενναιότητα ως άνωθεν τας οδηγίας του διοριζομένου ήδη καπιτάν Δημητράκη. Δια να πλύνετε την κακήν φήμην της καθ’ υμών κατηγορίας και να αναδειχτήτε άξιοι του Ελληνικού Χριστιανικού ονόματος, προθυμοποιούμενοι όλαις δυνάμεσιν εις τα προς κατατρόπωσιν και τέλειον αφανισμόν των τυράννων. Έρρωσθε ανδριζόμενοι και γενναιοψυχούντες.
1821, Ιουνίου 3 Στεμνίτζα
Η Γερουσία της Πελοποννήσου
(ΤΑ)
Ο Βρεσθένης                                         Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης
Θεοδώρητος                                          Αθανάσιος Κανακάρης
Αναγνώστης Παπαγιαννόπουλος
Νικόλαος Πονηρόπουλος
(-Γ.Α.Κ., τόμος Α΄, αριθμός εγγράφου 7.
-«Πλαπούτας», Αγησίλαος Τσέλαλης, σελίδα 206, εκδόσεις Γιαννίκος, Αθήνα 1962).
«Γενναίοι αδελφοί, αρχηγέ καπετάν Δημητράκη και λοιποί στρατηγοί και στρατιώται. Σας απονέμομεν τον αδελφικόν ασπασμόν.
Σήμερον έφθασεν εδώ ο αδελφός κύρ Δημητράκης Δεληγιάννης, ο οποίος μας εδιηγήθη τον πόλεμον μετά των τυράννων Λαλαίων, την γενναιότητά σας και τον ζήλον οπού εδείξατε, και σας επαινέσαμεν και σας ευχήθημεν και η πατρίς χρεωστεί ευεργεσίας και εν καιρώ θέλει σας στεφανώση με τους στεφάνους της δόξης.
Ελυπήθημεν δια την λιποταξίαν των λοιπών στρατευμάτων, αγκαλά και ποτέ από τοιούτους γενναιότητα δεν ελπίζομεν μόλον τούτο εχθές εστείλαμεν εις βοήθειαν τους 1000 στρατιώτας και σήμερον σας ξεκινούμεν και άλλους, υπέρ τους 200, και, δια εμψύχωσιν, σας ξεκινούμεν ευθύς τον ρηθέντα αδελφόν (εννοεί Δεληγιάννην) και σας λέγομεν, ότι, καθώς απαρχής εστάθητε με γενναιότητα και μεγάλον πατριωτισμόν, ούτω και τώρα να συναχθήτε όλοι και να φυλάξετε αυτό το στόμιον και επειδή έφθασε συν Θεώ ο Πρίγκηψ Υψηλάντης, μετ’ ολίγας έρχεται εδώ, και τότε όλα λαμβάνουν διόρθωσιν. Και λοιπόν σταθήτε  γενναίοι, χωρίς να στοχασθήτε δια το ουδέν τους βρωμισμένους Περσιάνους και η Πατρίς και το Γένος σας χρεωστεί χάριτας, καθώς και προς τους φιλογενείς αφελφούς Ζακυνθικεφαλοναίους, τους οποίους ασπαζόμεθα. Και επειδή γνωρίζομεν το ικανόν σας δεν σας βαρύνομεν με περισσοτέρους λόγους. Υγιαίνετε εν αγαθοίς
Τη 5 Ιουνίου 1821 Άγιος Βλάσσης
Οι αδελφοί σας.
Βρεσθένης Θεοδώρητος, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Κανέλλος Δεληγιάννης».
(«Πλαπούτας», Αγησίλαος Τσέλαλης, σελίδα 206, εκδόσεις Γιαννίκος, Αθήνα 1962).
Κατά τον Φωτάκον, επήλθε διχόνοια εις το στρατόπεδο των Ολυμπίων, μεταξύ στρατιωτών και ιδιοκτητών για τοπικά των ζητήματα, περί φόρου της δεκάτης, παρασπορίων, διανομής κ.λπ. Η δυσφορία αυτή εκδηλώθηκε, σοβαρά για να καταστεί ζωηρότερη με μεγάλο κίνδυνο να γενικευθεί και να  επιφέρει την διάλυση του στρατοπέδου. Περί της διαφωνίας αυτής ομιλούν και οι λαβόντες μέρος σε εκείνη την εκστρατεία. Ευτυχώς που επενέβησαν ο αρχηγός των Ολυμπίων Τζανέτος Χριστόπουλος, ο οποίος θέλοντας να προλάβει την διάλυση, έκαμε το ακόλουθο έγγραφο και τοιουτοτρόπως τους καθησύχασε.
«Υπόσχομαι εις όλους τους καπεταναίους και λοιπούς στρατιώτας της επαρχίας μας κατά την καταγραφήν, όπου θα έχωμεν εις τας χείρας μας ότι το τρίτον να μην το ζητήσωμεν, ει μη μόνον την δεκατίαν και παρασπόρια, και υποσχόμεθα ότι έως της τελευταίας σταλαγματίας του αίματός μας να διαφεντεύσωμεν αυτήν την συμφωνίαν υπόσχονται και οι καπεταναίοι όλοι μετά των στρατιωτών των προς τον Αρχιστράτηγον Κύριον Τζανέτον Χριστόπουλον δια να τον ακολουθούν και υπακούουν εις κάθε του, προσταγήν. Υπόσχομαι ακόμη ότι όχι μόνον δεν έχουν την άδειαν να διώξουν αυτούς που είναι κατατρεγμένοι, αλλά να φέρουν και τους λοιπούς όσοι βαστούν άρματα, και αν ιδούν κανένα Καπετάνιον και διαπαρτισθή από την συμφωνίαν μας οι άλλοι Καπεταναίοι να τον παιδεύουν και να του παίρνουν και το τρίτον και όλο του το πράγμα, επειδή και οι δεκατίαι και παρασπόρια είναι αφεντικά τα οποία μέλλουν να φάνε οι στρατιώτες, εάν δεν εξαρκέσουν δια να φάγουν. Συμφώνως οι καπεταναίοι με τον Αρχιστράτηγον θέλει ομιλούν και θέλει εύρουν το μονασίπικον δια να δώση έκαστος κατά την δύναμίν του, όποιος δε χαριζόμενος ήθελε δώσει τρίτον να παιδεύηται από τους λοιπούς και από τον Αρχιστράτηγον. Όθεν δι’ ασφάλειαν και των δύο μερών έγιναν δύο όμοια και εδόθη από ένα σε κάθε μέρος. Υπόσχονται προς τοις άλλοις οι Καπεταναίοι δια να γράψουν εις τα χωριά τους να βαστούν λογαριασμόν παστρικόν των δεκατιών και παρασπορίων και να πηγαίνουν όπου διορισθούν από τον Αρχιστράτηγον και ότι πρέζες ήθελον κάμουν να τας μοιράζουν εξίσου όλοι οι στρατιώται μέχρι της αλώσεως του Μορέως και ότι πράγμα ευρίσκεται τουρκικόν εις την επαρχίαν μας κινητόν και ακίνητον να το μοιράζουν όλοι οι στρατιώται και όποιος παραβή αυτήν την συμφωνίαν, να κριθή μετά του προδότου Ιούδα και πρόσωπον Βασιλέως μας να μην ιδή, και ούτως υποσχόμεθα.
Ιουνίου 9 Στρατόπεδον Πούσι- περί το Λάλα- 1821 πρώτον έτος ελευθερίας.
υπογραφαί
Δημήτριος Πρωτόπαπας, Μήτρος Τζαβέλας, Καπ. Π. Λυμπερόπουλος, Γιάννης Αμπελιανίτης, Αγγελήε, Καπ. Γιαν. Δρακόπουλος, Μιχάλης, Γεώργης Βεργής, Γιάννης Θανούλας, Δημήτρ. Καράμπελας, Αδάμ Δημητρακόπουλος, Χριστ. Δελδιώτης, Γιάννης Γκούτης, Αναστ. Τζάπρος, Γιαν. Μπιζιμπαρδιώτης, Λάμπρος Ληνιστιάνος, Γιωργάκη Παλαλιώτη, Γιωργάκη Σκλάβος, Δημήτριος Δεληγιαννόπουλος, υπόσχομαι τούτων».
Μετά τα άνω οι Ολύμπιοι πολεμιστές κατέλαβαν το προς την Φολόην μέρος, βόρεια της θέσης «Ανάληψης».
(«Η Ηλεία επί Τουρκοκρατίας», Γεωργίου Αρ. Χρυσανθακοπούλου, σελίδα 199, εν Αθήναις 1950).
alt 
 
Νίκη των Ελλήνων στο Πούσι και εγκατάλειψη Λάλα από τους Τουρκαλβανούς.
Μετά από αυτές τις ανταλλαγές των επιστολών, οι διαπραγματεύσεις απέβησαν άκαρπες και καθώς ήταν επόμενο άρχισαν οι πολεμικές συρράξεις μεταξύ Ελληνικών επαναστατών και Λαλαίων Τουρκαλβανών. Μετά τις μάχες που συνήφθησαν μεταξύ τους, οι Λαλαίοι αντιλαμβανόμενοι την αδυναμία τους να αντιμετωπίσουν τους επαναστάτες απεφάσισαν χωρίς χρονοτριβές να εγκαταλείψουν το πολυαγαπημένο και περιβόητο Λάλα και να μεταβούν στην Πάτρα, για περισσότερη ασφάλεια. Ο Γιουσούφ πασάς της Πάτρας που είχε το γενικό πρόσταγμα και ηγείτο των πολεμικών συρράξεων, κατά την αποχώρηση του απέστειλε μια επιστολή στους επαναστάτες.
Ιουσούφ Πασάς ελέου Θεού βεζύρης της κραταιοτάτης βασιλείας βαλής της Ευρίπου και μεμούρης εις τον Μουρέα.
«Προστάζομε σφοδρός εσάς τους ρομέους, όλος κοινός, όσοι εάν ήσαστε από τον καζά της γαστούνης, από τα χορία του πύργου, από καζά φαναρίου, από καζά καρίτενας, και από καλαβρίτου, να μην τολμήσετε και πειράξετε ούτε σπίτι, ούτε πράγμα εις του λάλα, διότι εγό πηγαίνοντας τας φαμελείες των λαλέων εις πάτρα, με την δύναμιν του Θεού, έχω να γυρίσο και αν εύρο ολίγον πράγμα πιρασμένο να ηξεύρετε, ότι εις το εγιάμι δευλέτι του πολυχρονίου και θεοστηρίκτου βασιλέος μας δια κάθε παραμικράν ζιμίαν έχετε να αποδόσετε με κεφάλια όθεν μην παρακούσετε μόνον να μετανοήσετε από την αποστασίαν και να μην τολμήσετε να κάμετε παραμικράν ζιμίαν διότι με την δύναμιν του Θεού, δεν μένει από εσάς ούτε πόδας ούτος να ακολουθήσετε εξ αποφάσεως».
Εξεδόθη εις το ντιβάνι …(φθαρμένο στο έγγραφο) 1821 Ιουνίου 17 Λάλα.
Αυτό το έγγραφο έχει δημοσιευθεί από τον Γ. Π. Κουρνούτο, επίσης έχει αποδελτιωθεί από τον Στ. Παπαγεωργίου. (Όπως αναφέρει ο Γ. Π. Κουρνούτος στο έγγραφο αυτό, δεν υφίσταται καμιά σφραγίδα του Γιουσούφ Πασά της Πάτρας). Το έγγραφο είναι το υπ’ αριθμόν 20434 ΙΕΕΕ.
Φαίνεται ότι οι Λαλαίοι αναχώρησαν από το Λάλα στις 17 Ιουνίου 1821 και αυτό το συμπεραίνουμε από την επιστολή των προκρίτων της Καρύταινας που έστειλαν στους πρόκριτους της Ύδρας.
« ….και κροτηθέντος πολέμου και διαρκέσαντος είκοσι τέσσαρας ώρας, εθανάτωσαν οι ημέτεροι με τα κανόνια και δουφέκια από τους τυράννους υπέρ τους 350, πόσοι δε ελαβώθησαν άδηλον, και τέλος τραπέντες εις φυγήν επέστρεψαν εις τα ίδια κατησχυμένοι, εκ δε των ημετέρων εθανατώθησαν τριάντα και  τρεις τέσσαροι αβλαβώς. Χθες μας ήλθεν η είδησις ότι οι Λαλαίοι κάψαντες τα οσπίτια των και το πράγμα οπού δεν ημπορούσαν να πάρουν, και παίρνοντας τας φαμελίας των εξεστράτευσαν δια Πάτρας να έμβωσιν ίσως εις το κάστρον, οι ημέτεροι όπισθεν και έμπροσθεν υπάγουσι κυνηγούντές τους. Τι έγινεν έως ώρας και που αριβάρησαν οι τύραννοι είδησιν δεν έχομεν ….»
Τη 19 Ιουνίου, Αγιοβλάσης Τριπολιτζάς
(Σ) Οι αδελφοί και έφοροι Καρυταίνης
Νικόλαος Ταμπακόπουλος
Σπήλιος Κούλης
Δημητράκης Παπαγιανόπουλος
Γεώργιος Δημητρακόπουλος.
(Αρχείο της Κοινότητας της Νήσου Ύδρας, τόμος 7ος , σελίδα 246).
Ένα έγγραφο της Εφορίας Καρυταίνης αναφέρει για την άτακτη και απρογραμμάτιστη αποχώρηση των Λαλαίων από το Λάλα:
«Χθές μας ήλθε η είδησις ότι οι Λαλαίοι, κάψαντες τα σπίτια τους εξεστράτευσαν εις Πάτρας ….Οι ημέτεροι όπισθεν και έμπροσθεν υπάγουν κυνηγώντας τους. Τι απέγιναν έως ώρας και που αρριβάρισαν οι τύραννοι είδησιν δεν έχομεν ….»
19 Ιουνίου 1821.
Η Εφορία Καρυταίνης
(«Πλαπούτας», Αγησίλαος Τσέλαλης, σελίδα 212, εκδόσεις Γιαννίκος, Αθήνα 1962).
Μετά την μάχη του Πουσίου, οι Κεφαλλονίτες ανέβηκαν στην Δίβρη και στο Λιβάρτζι των Καλαβρύτων. Σχετικά με την παρά πέρα πορεία τους αναφέρονται στην επιστολή του Γεωργίου Σισίνη και Κωνσταντίνου Πετιμεζά.
Αδελφοί Κεφαλληναίοι χαίρετε.
Και πρότερον Σας εγράψαμεν και ιδού πάλιν σας γράφομεν, ότι να πάτε να σταθήτε εις ότι χωρίον σας αρέσει και έγραφα και γράφω του κύρ Γιαννάκη και του Καπετάν Αντωνάκη Μητροπούλου να σας δώσουν ότι σας χρειάζεται και ότι μουνιτζιόνες θέλετε. Ο Καπετάν Ευαγγέλης το απερασμένον Σάββατον επήγεν εις Λιβάρτζι και την Δευτέραν εγύρισεν εις την Δίβρην και τω έγραφα να έλθη να μ’ εύρη, όθεν και αν είμαι με τα κανόνια και εις δύο ημέρας ερχόμαστε μαζύ και σας ευρίσκομεν. Σας είναι γνωστόν ότι τα καρέλια εχάθησαν, γνοιαστήτε λοιπόν να εύρετε ξυλική να τα φτιάσωμεν οπού να την εύρωμεν έτοιμην. Λοιπόν σταθήτε με γενναιότητα και καρδίαν καθώς και πρότερον εδείχθητε και να είσθε βέβαιοι ότι έγραψα την ανδρείαν σας των πριγκίπων και εις την Γερουσίαν καθώς και όλην την ημέραν σας επαινούν, εγώ σας πλέκω στεφάνους και η πατρίδα θέλει σας ανταμείψη, εγώ είχα και έχω όλην την καλήν θέλησιν μου δια να σας κάμω ότι εζητείτε. Στεκάτε βέβαιοι ότι θέλω κάμει το χρέος μου και αν πρώτα δεν σας ευχαρίστησα σωστά καθώς έπρεπε, αυτό ήταν οι πολλές φροντίδες μου και τα κακά οπού φέρνει ο πόλεμος. Στεκάτε πιστοί εις τους λόγους μου, ότι προερχόμενοι από καθαράν καρδίαν. Οι λαβωμένοι οπού επήγαν εις Λιβάρτζι είναι καλά, εκείνος οπού ήτον εις το μηρί λαβωμένος δεν ημπορούσε να υπάγη και έμεινεν εις Δίβρη.
Του άφησα ιατρόν, τον κοίταζε, επλήρωσα και δύο ανθρώπους να τον σιγυράν και από ημέραν παρ’ ημέραν πάγει καλά και μην έχετε έγνοιαν, και υγιαίνετε.
Ιουνίου 22 1821 Σκιαδά
Οι αδελφοί σας Γεώργιος Σισίνης
Κωνσταντίνος Πετιμεζάς
(Αρχείο Γιάννη Βλαχογιάννη, Γ.Α.Κ., Δ 35).
Ο Γιουσούφ Πασάς, εφόσον δεν κατόρθωσε να κάμψει την σθεναρή αντίσταση των πολιορκούντων Ελλήνων στο Πούσι πήρε τους Λαλαίους μαζί με τις οικογένειές τους και αποχώρησε από το Λάλα και κλείσθηκε στο φρούριο της Πάτρας. Μόλις κατέφθασε, μετέφερε την επιστολή, που είχαν αποστείλει στους Λαλαίους, οι Επτανήσιοι αρχηγοί, και την παρέδωσε στα χέρια του ανθέλληνα Άγγλου Πρόξενου της Πάτρας Jams Phillip Green. Αυτός αμέσως την διαβίβασε, στον Άγγλο Αρμοστή των Ιονίων Νήσων, τον επίσης Ανθέλληνα Sir Thomas Maitland[5]. Εκείνος με την σειρά του, υποχρέωσε την Κυβέρνηση των Ιονίων Νήσων, να εκδώσει έκτακτο ψήφισμα, με το οποίο οι υπογράψαντες την επιστολή, να στερούνται των πολιτικών δικαιωμάτων τους, και συγχρόνως να δημευθεί άμεσα η περιουσία τους.
Την αξία της μάχης του Λάλα παρουσιάζει ένα τμήμα επιστολής του Άγγλου προξένου στην Πάτρα Jams Phillip Green[6], ο οποίος γράφει από την Ζάκυνθο την 24ην Ιουλίου 1821, σχετικά με την μάχη του Λάλα:
« …. Από ένα γράμμα με ημερομηνία 6 του παρόντος  (σ. 24 Ιουνίου π.η) από την Πάτρα, έμαθα ότι ο Πασάς είχε επιστρέψει εκεί από του Λάλα, με όλους τους κατοίκους αυτής της περιοχής. Φαίνεται, ότι από την άφιξη του Ιουσούφ, προτού εκείνος στο Λάλα αντιμετώπισε ένα μεγάλο Ελληνικό στρατιωτικό σώμα, στο οποίο αμέσως επιτέθηκε, με την βοήθεια των Λαλαίων και μετά από μια απελπιστική μάχη τους εξανάγκασε να υποχωρήσουν. Κατά την προσέγγιση των Οθωμανών οι βοηθούντες Επτανήσιοι άνοιξαν σφοδρό πυρ με έξη κανόνια, τα οποία προκάλεσαν μεγάλο φονικό. Ο σαλιχτάρης του πασά εφονεύθη βρισκόμενος στο πλευρό του, και ο αρχηγός των Αλβανών είχε πυροβολήσει το άλογό του κάτω από αυτόν. Οι Τούρκοι που δεν διαθέτανε πυροβολικό, έκριναν πως ήταν καλύτερο να φύγουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν …. Μολονότι ότι οι Τουρκικές απώλειες δεν μπορούν να υπολογιστούν με βεβαιότητα, σίγουρα ήσαν πολύ σοβαρές ….»
Αν λάβουμε υπ’ όψη την φιλοτουρκική διάθεση του Jams Phillip Green σίγουρα (μολονότι τονίζει με έμφαση την αποχώρηση των Ελλήνων), στην μάχη του Λάλα οι Τούρκοι ήσαν οι μεγάλοι ηττημένοι.
(- «Sketches of the War in Greece», Jams Phillip Green, σελίδα 51, London, 1827).
-«Οι δραστηριότητες του Άγγλου Προξένου Jams Phillip Green, στα χρονικά του 1821», Πρακτικά του Δ΄ Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμος Γ΄, σελίδα 362-370, Κόρινθος 9-16 Σεπτεμβρίου 1990).
Τον ενθουσιασμό του και την χαρά του για την νίκη των Ελλήνων εκφράζει, ο Δημήτριος Υψηλάντης με μια επιστολή προς τους Ζακυνθινούς και τους Κεφαλλονίτες με την οποία τους παρακινεί να συνεχίσουν τον αγώνα τους ενάντια των Τούρκων.
«Γενναίοι ομογενείς στρατιώται Κεφαλλήνες και Ζακύνθιοι, οι στρατευμένοι υπό την οδηγίαν του κόμιτος Ανδρέου Μεταξά, Γερασίμου Φωκά και Ευαγγέλου Πανά.
Έμαθον τας λαμπράς πράξεις της ανδρείας και φιλογενείας σας, όσας και προλαβόντως και τώρα μάλιστα εσχάτως εκάματε εις του Λάλα. Οι τολμηρώτεροι και ανδρειότεροι Τούρκοι εφοβήθησαν το ακατάπληκτον και  άτρωτον της Ελληνικής καρδιάς σας. Τι μένει να συμπεράνωμεν δια τους τρυφηλούς και αγενείς Οθωμανούς; Σας συγχαίρομεν λοιπόν συστρατιώται και μακαρίζω όσοι εξ ημών επεσφράγισαν με την αθάνατον δόξαν της ζωής. Καλώ τους άλλους να συνέλθωσιν, ως πρότερον, εις εν σώμα και να υπάγωσιν εις  Π. Πάτρας, δια να πολιορκώσι τους εκεί καταφυγόντας Λαλαίους.
Δεν αμφιβάλλω ότι πολεμάτε με το πνεύμα εκείνο της φιλελευθερίας και του πατριωτισμού, τον οποίον, εμψύχωνε ποτέ τους προγόνους μας. Μην αμφιβάλλετε όμως φίλοι, ότι και η κοινή πατρίς θέλει ανταμείβει ομοίως τας αρετάς των τέκνων της. Ως πληρεξούσιος σημειώνω τας πράξεις σας δια να αποδοθώσιν εις αυτάς οι ανήκουσαι τιμαί και υπ’ εμού και υπό του Αρχιστρατήγου αυταδέλφου μου και ύπ’ αυτής της πρώτης αρχής. Ο κύριος Κ. Μεταξάς θέλει σας είπη το πρακτέον περί των πληγωθέντων συστρατιωτών και ότι άλλο του επαρήγγειλα».
Βέρβαινα τη 22 Ιουνίου 1821
Ο Πατριώτης
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ
Πληρεξούσιος του Γενικού Επιτρόπου
(Άγγελος Γ. Μακρής, «Η Μάχη του Λάλα», σελίδα 10).
Πηγές:
(-«Ο Πύργος και η Ηλεία στην επανάσταση και στα χρόνια του Καποδίστρια», Κωνσταντίνος Γρηγορίου Κυριακόπουλος, Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Ηλείας 2003.
-«Οι Λαλαίοι Τουρκαλβανοί», Αθανασίου Θ. Φωτόπουλου, Επετηρίς της Εταιρείας Ηλειακών Μελετών, τόμος Β΄.
-Αρχείο Γεωργίου Σισίνη στην ΙΕΕΕ, αριθμός εγγράφου 20431. Το έγγραφο αυτό έχει δημοσιευθεί από τον Γεώργιο Π. Κουρνούτο, στην Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1959.
-«Πλαπούτας», Αγησίλαος Τσέλαλης, εκδόσεις Γιαννίκος, Αθήνα 1962.
– «Η Μάχη του Λάλα», Άγγελος Γ. Μακρής.
– «Sketches of the War in Greece», Jams Phillip Green, London, 1827.
-«Οι δραστηριότητες του Άγγλου Προξένου Jams Phillip Green, στα χρονικά του 1821», Πρακτικά του Δ΄ Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμος Γ΄, Κόρινθος 9-16 Σεπτεμβρίου 1990.
-Αρχείο της Κοινότητας της Νήσου Ύδρας.
-Αρχείο Γιάννη Βλαχογιάννη, Γ.Α.Κ., Δ 35.
-«Η Ηλεία επί Τουρκοκρατίας», Γεωργίου Αρ. Χρυσανθακοπούλου, εν Αθήναις 1950.
-Γ.Α.Κ., τόμος Α΄, αριθμός εγγράφου 7.
-«Απομνημονεύματα», Κωνσταντίνος Μεταξάς, Αθήνα 1957).

[1] Εδώ διαφαίνεται καθαρή η απουσία του κοτζαμπάση της Γαστούνης Γεωργίου Σισίνη, ο οποίος δεν έλαβε καμιά πρωτοβουλία για διαπραγματεύσεις με τους εχθρούς και φίλους του Λαλαίους, αν καθώς άρμοζε πρώτα σ’ αυτόν και  μετέπειτα στους Αχαιούς προκρίτους, πριν αρχίσουν οι πολεμικές συρράξεις.
[2] Πιθανότατα αυτή η επιστολή, να εστάλη από τους Αχαιούς στον Γεώργιο Σισίνη για να το μεταφέρει στους Λαλαίους. Όμως καθώς διαφαίνεται, η εν λόγο επιστολή, ίσως μην έφθασε ποτέ στα χέρια των αρχηγών του Λάλα,  διότι ως ενδείκνυται πρέπει να είναι το πρωτότυπο, εκτός εάν εγράφησαν πολλές, που αυτό φαίνεται να είναι τελείως απίθανο. Επομένως για διαφόρους σημαντικούς και ανεξήγητους λόγους, η επιστολή μάλλον δεν έφθασε ποτέ, καθώς έπρεπε, στους τελικούς αποδέκτες του και να παρέμεινε στα χέρια του Γεωργίου Σισίνη και αυτό το συμπεραίνουμε διότι υπάρχει στο προσωπικό αρχείο  του που βρίσκεται στην ΙΕΕΕ. Εάν όντως είχε αποσταλεί, πως είναι δυνατόν να επέστρεψε πάλι στα χέρια του Γεωργίου Σισίνη, αφού άρχισαν αμέσως οι εχθροπραξίες μεταξύ Ηλείων και Λαλαίων Τούρκων;
Οι υπόνοιες περί της φιλικής στάσης του Γεωργίου Σισίνη έναντι των Λαλαίων Τουρκαλβανών ενισχύονται, με αποδεδειγμένα πλέον στοιχεία. Ίσως ο κοτζάμπασης της Γαστούνης Γεώργιος Σισίνης, ήθελε να κρατήσει ουδέτερη  στάση, μη γνωρίζοντας την εξέλιξη της Επανάστασης του 1821.
[3] Η καταγωγή του ήταν από το χωριό Άρνα της επαρχίας του Μιστρά. Ο οίκος των Γιατράκων κατάγεται από τους Μεδίκους τής Φλωρεντίας και το επίθετο Γιατράκος αποτελεί μετάφραση της λέξης Medicci που σημαίνει Γιατροί στα Ιταλικά. Η οικογένεια των Γιατράκων προσέφερε πολλά στην πατρίδα. Ο δε Παναγιωτάκης ήταν από όλους τους αδελφούς του πιο ενθουσιασμένος και πιο δραστήριος και διέπρεψε κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς, παραμένοντας ως την άλωσή της. Αργότερα μετέβη στην Αργολίδα και την Κορινθία και πολέμησε εκεί στην πτώση του φρουρίου. Πολέμησε επίσης και στο Μεσολόγγι, βοηθώντας τους εκεί αδελφούς του. Η επαρχία του Μιστρά ανάδειξε πολλούς καλούς στρατιώτες, ο Παναγιωτάκης Γιατράκος όμως ήταν ο μόνος ισχυρός αρχηγός που υπήρξε στην περιοχή του. Αποδυναμώθηκαν όταν μέλος του οίκου των Γιατράκων εκτέλεσαν τον πιστό προσκυνημένο της κυβέρνησης (έτσι αποκαλούσαν οι Αρκάδες και οι Μανιάτες τους συνεργάτες της κυβέρνησης) Παναγιώτη Κρεβαττά.
[4] Πολλά τα ερωτηματικά μένουν ακόμη αναπάντητα, όσον αφορά την συμπεριφορά των αρχηγών, κατά την μάχη που εδόθη στην θέση Μπαστηράς του οικισμού Λάλα. Οι  αρχηγοί των επαναστατικών δυνάμεων, συσκεπτόμενοι και εκμεταλλευόμενοι την απουσία των Λαλαίων αξιωματούχων, αποφάσισαν να επιτεθούν στο Λάλα από τρία διαφορετικά σημεία. Οι Γορτύνιοι, με τον Γιωργάκη Πλαπούτα και τον Δεληγιάννη, μαζί με τους Ολύμπιους του Χριστόπουλου, θα κινούνταν, κατά της θέσης Μπαστηρά. Οι Επτανήσιοι, υπό τους αδελφούς Μεταξά και τον Πανά, θα επέδραμαν κατά του Λάλα, ενώ οι Ηλείοι υπό τον Σισίνη και οι Καλαβρυτινοί του Φωτήλα, θα βάδιζαν προς το χωριό Δούκα και την πηγή Λουκίσσα.
Ξημερώματα στις 9 Ιουνίου, οι επαναστατικές δυνάμεις, υπέρ τους οκτακόσιους άνδρες, κατέβηκαν στην πεδιάδα του Λάλα και πραγματοποίησαν γενική επίθεση από τρία σημεία. Ο Γιωργάκης Πλαπούτας, ξεκινώντας από το χωριό Νεμούτα, βάδισε προς τις θέσεις Αγία Τριάδα και Λογαριαστή και προς το ανατολικό μέρος του Μπαστηρά να εισέλθει στο Λάλα, για να προκαλέσει σύγχυση. Οι Λαλαίοι, άγνωστο πως, είχαν τις ανάλογες πληροφορίες και γνώριζαν λεπτομερέστατα τα σχέδια του απέδωσαν τεράστια σημασία στη θέση Μπαστηρά. Ο Πλαπούτας ενώ είχε εγκαταλείψει την θέση Λογαριαστή και  προσπαθούσε να εισχωρήσει στην θέση Μπαστηράς, υπέστη σφοδρή αντεπίθεση, από δυνάμεις των Λαλαίων που καιροφυλακτούσαν και κατείχαν τα εκεί μεγάλα και ισχυρά προχώματα. Εκεί διεξήχθη μια σκληρή και φονική μάχη, που διήρκησε περίπου έξι ώρες. Όμως μετά την απρόσμενη ενέδρα και αντεπίθεση των Λαλαίων, ο Γιωργάκης Πλαπούτας, αποκόπηκε με λίγους πολεμιστές του και λόγω της ανισορροπίας των δυνάμεων, αναγκάστηκε να υποχωρήσει άτακτα.   Μέσα στη σύγχυση που επακολούθησε, μη υποστηριζόμενος, από ημέτερες δυνάμεις, και ένεκα του μεγάλου καύσωνα που επικρατούσε, καταδιωκόμενος προς Νεμούτα, άφησε την τελευταία του πνοή, στην θέση Μπαστηρά. Σ’ αυτή την πρώτη και άνιση μάχη, φονεύθηκαν ακόμη 14 Έλληνες, ενώ οι απώλειες των Λαλαίων, ήσαν υπερδιπλάσιες. Ο απρόσμενος θάνατος του αρχηγού, είχε δυσμενή εξέλιξη και αρνητική επίδραση στο στρατόπεδο των Ελλήνων, διότι ήταν η αιτία, να αρχίσει η εσωστρέφεια αλλά και ν’ αναβληθεί η γενική επίθεση κατά του Λάλα. Ακόμη σήμερα, διίστανται οι απόψεις για το ποιος ήθελε να τεθεί εκτός των πολεμικών αναμετρήσεων ο αρχηγός των Ηλειακών όπλων Γιωργάκης Πλαπούτας.
[5] Πρώτος Ύπατος Αρμοστής των Ιονίων Νήσων διορίστηκε ο Βρετανός Σερ Τόμας Μαίντλαντ (1759-1824). Ο Μαίντλαντ έφτασε στην Κέρκυρα το Φεβρουάριο του 1816 και παρέμεινε στο νησί μέχρι και τις 24 Ιανουαρίου του 1824, οπότε πέθανε αιφνιδίως.
[6] Ο Jams Phillip Green ήταν αντιπρόσωπος της Εταιρείας Levant Company και Γενικός Πρόξενος της Αγγλίας στην Πάτρα, από τον Φεβρουάριο του 1818. Εκεί παρέμεινε μέχρι τα μέσα του 1824. Διακρινόταν για τα έντονα ανθελληνικά του αισθήματα, τα οποία επέδειξε σε πολλές περιπτώσεις. 
……………………………………………..
 
Λοιπές πηγές:
……………………………………………………

http://alfeiospotamos.gr/?p=1309

Blog Widget by LinkWithin

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Next previous home
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΑΠΟ ΠΟΥ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΔΙΣ;;; ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ 2015 600 ΔΙΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣΤΟ BLOG

Loading

ΑΡΤΕΜΙΟΣ ΣΩΡΡΑΣ : ΕΓΩ ΣΕ ΧΕΛΩΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΟΣΚΥΝΑΩ

Οι επισκεπτεσ μας στον κοσμο απο 12-10-2010

free counters